Ο άγιος διάκονος Αβακούμ
    Ο άγιος διάκονος Αβακούμ, όσιο-μάρτυρας. Γεννήθηκε το 1794 στο Κνέσπολιε (Knespolje), κοντά στο μοναστήρι Μοστάνιτσα (Mostanica). Βαπτίστηκε ως Λιέποϊε (Lepoje). Στη νεανική του ηλικία εγκαταλείπει το σπιτικό του και φεύγει στο μοναστήρι Mostanica. Δίπλα στο πνευματικό του πατέρα Γεννάδιο ετοιμάζεται για την μοναστική κούρα, και την δέχεται στο μοναστήρι Μοστάνιτσα .
Ο άγιος διάκονος Αβακούμ

    Μετά την εξέγερση το 1809, την οποία οι Τούρκοι είχαν καταπνίξει αιματηρά, δεν γλίτωσε ούτε το μοναστήρι Μοστάνιτσα . Ο ηγούμενος Γεννάδιος, με τον υιό του Στόγιαν (Stojan), τον διάκονο Αβακούμ και την μητέρα του Αβακούμ εγκαταλείπει το μοναστήρι το 1811, και φεύγουν στο μοναστήρι ΄Τρναβα (Trnava), στο ηγούμενο Παΐσιο. Στον καιρό της Χάτζι – Πρόδανης επανάστασης το 1814 οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς Σέρβους, και τον Παΐσιο, τον Γεννάδιο, τον υιό του Στόγιαν και τον διάκονο Αβακούμ μεταξύ τους, και όλους τους οδήγησαν στις φυλακές στο Βελιγράδι. Τον πρώτο απ’ αυτούς τον Παΐσιο, με πολλούς άλλους Σέρβους, κάρφωσαν οι Τούρκοι με το πάσσαλο, και μετά ήρθε η σειρά του Γενναδίου, του υιού του Στόγιαν και του διακόνου Αβακούμ. Ο Γεννάδιος, για να σώσει το κεφάλι του υιού του και το δικό του, έκανε συμφωνία με τους Τούρκους και δήλωσε ότι θέλουν και οι δύο να τουρκέψουν. Κάλεσαν και τον Αβακούμ να τουρκέψει και αυτός, όμως εκείνος δεν το ήθελε. Οι Τούρκοι αμέσως απάλλαξαν τον Γεννάδιο και τον υιό του, και τούρκεψαν και οι δύο. Ο πατέρας ονομάστηκε Μούλα Σάλια, και ο υιός του Ρετζέπ.
    Ο διάκονος Αβακούμ ήταν νεαρός απερίγραπτης ομορφιάς. Οι Τούρκοι πάρα πολύ ήθελαν να τον τουρκέψουν, και τον παρακαλούσαν με τα λόγια και τις υποσχέσεις να δεχθεί την πίστη τους, όμως με κανένα τρόπο δεν μπορούσαν να τον προσελκύσουν. Στο τέλος, όταν ήρθε η ώρα να τον σκοτώσουν, του έδωσαν να κουβαλήσει το πάσσαλο, με το οποίο θα τον καρφώσουν ζωντανό. Αυτός, όμως, κουβαλώντας το πάσσαλο μέσα στους δρόμους του Βελιγραδίου, τραγουδούσε:

Δεν υπάρχει καλύτερη πίστη από την χριστιανική!
Ο Σέρβος είναι του Χριστού, για το θάνατο χαίρεται,
Η μέρα της κρίσεως όμως και εσάς τους Τούρκους περιμένει,
Κάντε τότε ό, τι σας αρέσει!
Σε λίγο και οι Τούρκοι θα κριθούν,
Μάρτυρας ο Θεός και η δίκη Του!

    Η λυπημένη μητέρα του, εκείνη την φοβερή ώρα, τον πλησίασε και άρχισε να τον πείθει να τουρκέψει, για να διαφυλάξει την ζωή του, και ο Θεός θα τον συγχωρέσει, αφού το κάνει από μεγάλη ανάγκη. Σε τέτοιες λέξεις, ο υπερήφανος νεαρός φώναξε πάλι να τραγουδάει, και με το ποίημα απάντησε στην μητέρα του:

Μητέρα μου!
Για το γάλα σου σ’ ευχαριστώ!
Όχι όμως για τέτοιο δίδαγμα,
Σε λίγο θα χαρείς για τον υιό σου,
Μόλις βγούμε μπροστά στο πρόσωπο του Θεού.
Απελευθερώνει ο θάνατος από κάθε θλίψη,
Της άνοιξης το λουλούδι πρώτα χειμώνα θέλει.
Άς χαίρεται ο οποίος νωρίτερα πεθάνει,
Λιγότερα τα βάσανα και αμαρτίες του
Ό, τι δώσει ο Θεός και η πίστη στον καθένα
Και ακόμη οι αδελφοί στον κόσμο ζούνε!

    Φτάνοντας στον τόπο του θανάτου του, οι Τούρκοι πάλι άρχισαν να τον πείθουν να τουρκέψει, για να μην πεθάνει νέος πριν την ώρα του.
    - Αλήθεια, είπε ο νεαρός γελώντας, πεθαίνουν οι Τούρκοι ποτέ;
    - Πεθαίνουν, βεβαίως!
    - Ε, τότε το ίδιο είναι – ή πριν ή μετά, και όσο πιο πριν τόσο πιο λίγες αμαρτίες θα έχω.
    Βλέποντας τόση σταθερότητα στην πίστη του, και τόση αφοβία από το θάνατο, οι Τούρκοι τον λυπήθηκαν και δεν τον κάρφωσαν ζωντανό στον πάσσαλο, αλλά του διατρύπησαν την καρδιά του με μαχαίρι και τον κάρφωσαν μετά με το πάσσαλο νεκρό, και τον κρέμασαν μαζί με τους υπολοίπους μάρτυρες δίπλα στο δρόμο ο οποίος οδηγούσε από την Στάμβολ-πύλη προς την Τεράζιε (Terazije).
Έτσι τελείωσε γενναία την νεανική ζωή του ο διάκονος Αβακούμ. Δόξα του στον αιώνα!